Κυριακή, 22 Οκτώβριος 2017

Η τύχη ευνοεί και τους ταπεινούς*

  • Γράφτηκε από τον Μαρίνος Ορφανός
  • Κατηγορία Editorial

Η αφορμή για να γραφτούν δύο κουβέντες για τον Πραξιτέλη Βούρο, δεν είναι η προφανής. Για το ότι δηλαδή ένα δικό μας παιδί, έφτασε στο σημείο χθες να παίζει στο κορυφαίο διασυλλογικό επίπεδο του χρυσοφόρου Champions League και να μαρκάρει τον κορυφαίο, σύμφωνα με την UEFA, ποδοσφαιριστή του κόσμου, Κριστιάνο Ρονάλντο.

Όχι δεν είναι το ότι ο «Πράξι», επαναχάραξε την λεσβιακή ποδοσφαιρική ιστορία, οριοθετώντας ένα νέο (και πάλι δικό του) «Έβερεστ». Είναι πιθανό ίσως στο μέλλον, ο ίδιος, να ανεβάσει κι άλλο τον πήχη. Εξάλλου εκείνος ήταν που πριν από τρεις σεζόν έγινε ο πρώτος Λέσβιος ποδοσφαιριστής που αγωνίστηκε στο Champions League, με τη φανέλα του Ολυμπιακού και σε ένα ιστορικό παιχνίδι, στο αξέχαστο 2-3 επί της Άρσεναλ στο Emirates. Ο ίδιος ήταν και χθες, που μέτρησε μία ακόμη συμμετοχή στο κορυφαίο τουρνουά και με διαφορετική πια ομάδα, ανεβάζοντας κι άλλο αυτό που μας αρέσει πάντα να ορίζουμε ως «κορυφαία στιγμή» ή «κορυφαίο επίτευγμα». Πατώντας το χορτάρι ενός γηπέδου που φαντάζει έως και δύσκολο κάποιος να ονειρευτεί ότι θα πατήσει ποτέ…

Η αφορμή όμως για τούτες τις λέξεις είναι άλλη. Πολύ πιο προσωπική, πολύ πιο ουσιαστική κι από το «ο Πράξι απέναντι στον Κριστιάνο». Γιατί αυτό που έχει αξία να καταγράψει κανείς σήμερα, δεν είναι ο προορισμός, το «Santiago Bernabeu» και το Champions League. Αλλά (για να πιάσουμε την ουσία) το ταξίδι που προηγήθηκε, για ένα παιδί που βάλθηκε με τη γενικότερη στάση του όλα αυτά τα χρόνια, τη μετριοφροσύνη του, την ταπεινότητά του, την υπομονή και επιμονή του, να ορίσει έναν ολότελα δικό του «τρόπο», για να φτάσει κάποιος στην καταξίωση. Και να λειτουργήσει και ως «οδηγός», με ένα ολοζώντανο και επίκαιρο παράδειγμα, τον ίδιο του τον εαυτό και για όλα αυτά τα παιδιά που ονειρεύονται σήμερα -γιατί όχι- και να ξεπεράσουν τα κατορθώματα του Βούρου.

Για να καλυφτεί λοιπόν και το «προσωπικό» της όλης προσέγγισης, υπογραμμίζεται πως για χάρη του «Πράξι», ένα ολόκληρο νησί κάθισε χθες να δει τον ΑΠΟΕΛ να κοντράρεται με την πρωταθλήτρια Ευρώπης Ρεάλ Μαδρίτης. Και προσέξτε εδώ την εξαίρεση: ειδικά στη Μυτιλήνη, αυτόν που ξεχωρίζει, δεν είναι κανόνας να του το αναγνωρίζεις και να το απολαμβάνεις. Κανόνας είναι να τον λοιδορείς και να τον μειώνεις. Είτε γιατί υπερισχύει η εκ φύσεως τάση μας να ζηλεύουμε την επιτυχία του διπλανού, είτε γιατί εκείνος που ξεχωρίζει, φροντίζει την όποια επιτυχία του, να την τρίβει στα μούτρα του άλλου και να προκαλεί ως συνέπεια την αντίδραση αυτού που έμεινε πιο πίσω.  

Η ιστορία του Πραξιτέλη είναι λίγο έως πολύ γνωστή σε όλους. Θρέμμα της ακαδημίας του Λάκη Σπανού στην Παναγιούδα, υπό την αιγίδα του δικτύου υποδομών του Ολυμπιακού και μέλος μίας από τις καλύτερες «φουρνιές» ποδοσφαιριστών, που εκκολάφτηκαν στα Λιονταράκια. Μαζί με τον Πράξι, έπαιξαν κι άλλα ταλέντα, όπως ο Γιουκαρής, ο Μπουρούς, ο Διακορώνας, ο Κίστα, ο Τρακέλης και ο Λαμπράκης. Ο Βούρος όμως, σε κρίσιμη ηλικία, στα 14 του, πήρε την πρώτη του μεγάλη απόφαση, για να βγει για πρώτη φορά από το «μαντρί».

Και παρά τους κόλακες που πάντα περιβάλλουν ένα ταλέντο που ξεχωρίζει και του ψιθύριζαν τις δοκιμές στην «Παιανία» και στου «Ρέντη», επέλεξε να πάρει το δύσκολο δρόμο. Και να παίξει στα αλώνια του Περιφερειακού, με μία δυσανάλογα -για το διακύβευμα της «αναπτυξιακής» Δ΄ Εθνικής- βαριά φανέλα. Εκείνη του Αιολικού. Παίρνοντας πραγματική εμπειρία αγώνων ως αμυντικός χαφ, σε ένα περιβάλλον που τον στήριξε (Κοκκινέλλης-Φλωρίδης), για να καταφέρει τάχιστα να μπει στις μικρές Εθνικές. Η συνέχεια, είναι ακόμα πιο γνωστή. Ο Ολυμπιακός επενδύει πραγματικά στον μικρό «Πράξι» και μπαίνει στου Ρέντη ως ένας μαθητευόμενος, με πραγματική εμπειρία αγώνων όμως και πέφτει σε μία ακόμη ιδιαίτερη φουρνιά. Φίλοι και συμπαίκτες του Βούρου, ήταν τα τελευταία χρόνια ο Ρέτσος, ο Μανθάτης, ο Νικολάου και ο Ανδρούτσος. Έναντι όλων αυτών, ο Βούρος είχε προβάδισμα και ηλικιακό και «ετοιμότητας» να δοκιμάσει παραπάνω. Ο σπουδαίος Μίτσελ, ήταν από τους πρώτους που πραγματικά άνοιξε την πόρτα των μεγάλων στο μικρό δίνοντάς του τις πρώτες συμμετοχές σε Superleague.

Ε, αυτό ήταν. Μετά από αυτές τις πρώτες συμμετοχές, η ζωή του «Πράξι» και του κάθε πιτσιρικά που αρχίζει και γράφει τα πραγματικά χιλιόμετρα της διαδρομής, αλλάζει. Και εκτός από την «σκληρή δουλειά» που λένε όλοι, αρχίζει και βαραίνει η ποιότητα του χαρακτήρα, ακόμα κι αν μιλάμε για τρυφερές ηλικίες. Ο Βούρος ξαφνικά είναι αναγνωρίσιμος όπου κι αν περπατάει πίσω στην ιδιαίτερη πατρίδα του τα καλοκαίρια. Είναι ένας «από εμάς» που ξεπήδησε από το σωρό και τα σχόλια και οι εκτιμήσεις για το που μπορεί να φτάσει, δίνουν και παίρνουν.

Τι έκανε όμως ο Πραξιτέλης για να αντικρούσει όλον αυτόν τον θόρυβο; Απολύτως τίποτα! Συνέχισε να πηγαίνει για καφέ με τους παιδικούς του φίλους, συνέχισε τις συνήθειες που είχε από παιδί, σα να μην είχε πετύχει τίποτα. Τη στιγμή που κάποιος στην ηλικία του, φορώντας και μόνο τη φόρμα της Καλλονής και του Αιολικού λειτουργούσε ήδη σαν… σταρ, ο «Πράξι» συνέχισε να αράζει έξω από τον φούρνο του θείου του, του Μήτσου στη Χρυσομαλλούσα και έξω από το πρακτορείο του καλού του φίλου, Ιωσήφ. Όταν ο Ολυμπιακός του Μίτσελ ήρθε για πρώτη φορά στη Μυτιλήνη για να παίξει στην Καλλονή, στην κερκίδα των Ολυμπιακών, σαν εξόριστοι -γιατί κανείς από την ΠΑΕ της ομάδας της γενέτειράς του δεν το… σκέφτηκε να προσκαλέσει επίσημα την οικογένειά του- ήταν η μάνα του μαζί με τη γιαγιά του, τον Μήτσο, τον Στράτο και τη Βάσω. Μέσα στον όχλο, με ανώνυμο εισιτήριο σε καρεκλάκι… ορθίων, η τρισευτυχισμένη οικογένειά του, αδιαφορώντας για το «φαίνεσθαι» και εξηγώντας με τον τρόπο τους πολλά από όσα είναι τελικά το παιδί τους.

Κι είναι κι άλλα για τον «Πράξι» που στην Αθήνα συναναστρέφονταν τον «πολύ» Μάρκο Πάντελιτς και προπονούνταν δίπλα στον Έστεμπαν Καμπιάσο και στη Μυτιλήνη κρατούσε την επαφή με όλους όσους είχε από παιδί. Μα με όλους. Μετά το διπλό στην Άρσεναλ και την πρώτη του ευρωπαϊκή συμμετοχή στην εποχή Σίλβα πια, ο Βούρος είχε για να απαντήσει στα συγχαρητήρια του υπογράφοντος στο messenger, ένα τραγούδι του… Γονίδη. Είχε να ρωτήσει πως πάει η δουλειά και πως βγαίνει η εφημερίδα. Ο Βενγκέρ που κέρδισε και ο Σάντσες που αντιμετώπισε, είχαν παρέλθει.

Για να φτάσει και στο δύσκολο περσινό καλοκαίρι. Στην περίοδο που πέρασε στην σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού. Οι ιστορίες που εξηγούν την ρήξη των σχέσεών του με τον Ολυμπιακό, είναι πολλές. Αλλά δεν έχει αξία να ψάξει κάποιος πια, το ποιες ισχύουν και ποιες όχι. Ο Βούρος τη στιγμή που ήταν έτοιμος να κάνει την έκρηξή του μετά από δύο χρονιές σκληρής δοκιμασίας στους μεγάλους, έσβησε. Κι όχι μόνο έσβησε, αλλά βίωσε μία χρονιά που κάλλιστα θα μπορούσε να πει κανείς ότι τα όνειρά του, έγιναν εφιάλτες.

Ο σταθερά «πρώτος» στην ιεραρχία των «μικρών», είδε να τον προσπερνούν οι ακόλουθοί του και όχι μόνο να τον προσπερνούν, αλλά και να καθιερώνονται στη μεγάλη ομάδα. Στην πιο τρελή χρονιά του Ολυμπιακού την τελευταία 20ετία, ο «Πράξι» είδε τους ομόσταυλούς του στην ακαδημία Ανδρούτσο, Ρέτσο, Μανθάτη και Νικολάου, να παίρνουν απλόχερα ευκαιρίες και να καθιερώνονται, τη στιγμή που εκείνος έπαιρνε την άγονη γραμμή για Λιβαδειά. Ελάτε λίγο στη θέση του και νιώστε τι μπορεί να ένιωσε εκείνος, ειδικά το φετινό καλοκαίρι. Κάντε και ένα σύντομο flash back ενάμιση μήνα πίσω, στις σκέψεις σας όταν ξαναβλέπατε τον «Πράξι» να κυκλοφορεί στην προκυμαία. «Το παιδί τελείωσε», θα είπατε πολλοί και κάποιοι με ανακούφιση που δεν πέταξε πολύ ψηλότερα από τα μπόγια μας…

Ο «Πράξι» όμως, δεν άλλαξε ποτέ, ακόμα κι αν άλλαξαν οι άλλοι απέναντί του. Στις αρχές του καλοκαιριού, όταν συναντηθήκαμε δεν είχε να πει κουβέντα για τη δική του περιπέτεια στους πρωταθλητές Ελλάδας, ούτε να γκρινιάξει για τίποτα. Ποτέ δεν το έκανε άλλωστε, όπως και ποτέ δεν συνέχισε κουβέντα που πήγαινε να εξελιχθεί σε μία αποθέωση για τα όσα κατάφερε. «Ο Μπεν είναι ο πιο αδικημένος και μακάρι να δείξει την αξία του φέτος», είχε μόνο να πει από τα… ενδότερα των «ερυθρολεύκων»! Μάντης ήταν;

Δεν τον ξαναείδα έκτοτε. Μόνο χθες στην τηλεόραση. Να παίρνει τη δικιά του γλυκιά εκδίκηση, στη δεύτερη ηρωική του έξοδο από το «μαντρί» που τον έβαλε σε έναν δρόμο που μπορεί να τον αλλάξει ξανά επίπεδο.

Η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς* είχε πει πρώτα ο Μεγαλέξανδρος και μετά ο Βιργίλιος, για να του αποδοθεί οριστικά πια η φράση ως λατινικό απόφθεγμα ζωής. Η τύχη όμως χαμογελά πάντα στο τέλος και στους ταπεινούς, μπορεί να λέει μετά από χρόνια ο «Πράξι», στην αποτίμηση της πορείας του… Η οποία πορεία του μόλις ξεκίνησε, αλλά είναι περιττό το να το επισημάνει κάποιος σε αυτό το παιδί που έχει ωριμότητα από αυτή που δεν συναντάς εύκολα, σε οποιαδήποτε δουλειά.

 

Μαρίνος Ορφανός

Μαρίνος Ορφανός

Sxoli_Odigon_Kanlis_Lampros728x90px